Ο Αριστοτέλης [Aristotle] στο σύγγραμμα Περί Ποιητικής (περ. 335-323 π.Χ.), μελετώντας την ήδη επί αιώνες προϋπάρχουσα «ποιητική τέχνη», διέκρινε καταρχάς το «είδος» του θεάτρου από την επική και τη λυρική ποίηση, μια τριχοτόμηση που είχε ήδη εισαχθεί και πιθανώς καθιερωθεί από τον Πλάτωνα [Plato] στην Πολιτεία. Στο πλαίσιο του ευρύτερου αυτού «είδους», δηλαδή του θεάτρου, ο Αριστοτέλης μελέτησε και ανέλυσε τα επιμέρους δραματικά είδη της αρχαιότητας ως προς την καταγωγή και την εξέλιξή τους και ως προς τα δομικά τους χαρακτηριστικά, συγκροτώντας κανονιστικές αρχές της δραματικής σύνθεσης, οι οποίες για πολλούς αιώνες αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την αντίληψη και την αισθητική του δράματος.
Η διάκριση μεταξύ των δραματικών ειδών χρονολογείται, έτσι, ήδη από το θέατρο της ελληνικής αρχαιότητας, με την τραγωδία και την κωμωδία να απέχουν τόσο σε επίπεδο δομής, θεματολογίας και ύφους (σοβαρού ή εύθυμου), όσο και σε θεσμικό-καλλιτεχνικό επίπεδο, δεδομένου ότι γράφονταν από εξειδικευμένους είτε στην τραγωδία είτε στην κωμωδία δραματικούς ποιητές, παίζονταν αντίστοιχα από εξειδικευμένους είτε στην τραγωδία είτε στην κωμωδία υποκριτές και βραβεύονταν σε διακριτά διαγωνιστικά πλαίσια. Το σατυρικό δράμα αποτελεί πιο σύνθετη περίπτωση, καθώς ναι μεν είναι δυνάμει κωμικό ως προς την υπόθεση, τη σκηνική-παραστατική όψη, το γλωσσικό ύφος, ωστόσο, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την τραγωδία.
Παρά το γεγονός ότι τα τρία αυτά θεμελιακά δραματικά είδη προέκυψαν από κοινά ή συναφή πολιτισμικά συμφραζόμενα, στην πλήρως εξελιγμένη τους μορφή τον 5ο αι. π.Χ. το καθένα είχε μια ξεχωριστή ταυτότητα. Από την άλλη μεριά, αν και τα ειδοποιά χαρακτηριστικά ήταν σαφή, τα όρια μεταξύ των δραματικών ειδών φαίνεται ότι παρέμεναν ως έναν βαθμό ρευστά, καθώς μεταξύ των σωζόμενων αρχαίων δραμάτων συγκαταλέγονται ορισμένα τα οποία εμπεριέχουν στοιχεία που συνδέονται με περισσότερες της μίας κατηγορίες και των οποίων η αναμφίλεκτη ειδολογική κατάταξη καθίσταται δυσχερής. Σε κάθε περίπτωση, το τριφυές ειδολογικό σχήμα του Αριστοτέλη επανήλθε στα χρόνια της Αναγέννησης, οπότε και παρέμειναν η τραγωδία [tragedia] και η κωμωδία [commedia] με σαφώς διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά, ενώ τη θέση του σατυρικού δράματος κατέλαβε το ποιμενικό δράμα [dramma ή commedia pastorale].
Η προαναφερθείσα παγιωμένη ειδολογική διάκριση θα αμφισβητηθεί εμπράκτως από τρεις μεγίστους δραματουργούς του Μπαρόκ. Ο William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] συγχωνεύει τα είδη και τα ύφη στη δραματουργία του, εντάσσοντας κωμικές σκηνές και φαιδρούς χαρακτήρες σε ορισμένες από τις πιο σκοτεινές του τραγωδίες, όπως ο Άμλετ [Hamlet] και ο Βασιλεύς Ληρ [King Lear]. Στη συνέχεια, ο Pierre Corneille [Πιέρ Κορνέιγ / Πέτρος Κορνήλιος] αίρει τα στεγανά της «κεκαθαρμένης» κλασικιστικής τραγωδίας, όπως τα είχαν ορίσει ο Jean de la Taille [Ζαν ντε λα Τάιγ], ο Hippolyte Jules Pilet de La Mesnardière [Ιππολίτ Ζυλ Πιλέτ ντε Λα Μεναρντιέρ] και ο Nicolás Boileau-Despréaux [Νικολά Μπουαλώ-Ντεσπρεώ], αντιπροτείνοντας τον Σιντ [Le Cid], μία τραγωδία με αίσιον τέλος που αψηφά αυστηρές αρχές, όπως οι αριστοτελικές ενότητες, η ευπρέπεια και η αληθοφάνεια. Στην ίδια χρονική και πολιτισμική συγκυρία, ο Molière [Μολιέρος] συγγράφει ζοφερές κωμωδίες χαρακτήρων και πλάθει δραματικούς ήρωες αντλώντας από την τραγωδία τις πρώτες του ύλες.
Παρά το γεγονός ότι τα πρότυπα του κλασικιστικού δράματος σταδιακά αποδομήθηκαν με τις δημιουργικές παρεμβάσεις των παραπάνω δραματουργών, στην ιστορία και την εξέλιξη του θεάτρου ως βασικά δραματικά είδη παρέμειναν η τραγωδία, η κωμωδία και μία πλούσια παράδοση ενδιάμεσων ειδών, τα οποία συνήθως χαρακτηρίζονται με τον προσδιορισμό «δράμα». Τα τρία αυτά είδη διαιρούνται σε περαιτέρω υποείδη, όπως η τραγικωμωδία (και οι σχετικές ιλαροτραγωδία και κωμικοτραγωδία), η φάρσα, το ποιμενικό δράμα, η σάτιρα και πολλά άλλα, σε σύνδεση με τα εκάστοτε ιστορικά και γεωγραφικά συμφραζόμενα. Το τρίτο είδος, το δράμα, καλύπτει την εκτενή ενδιάμεση περιοχή μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας. Ο όρος αρχικά αναφερόταν στο εν γένει ποιητικό έργο που αποδίδεται στη σκηνή, ερμηνεία που διατηρήθηκε για αρκετούς αιώνες μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, από τον 18ο αι., ο ίδιος όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει ένα νέο είδος στη δραματουργία του Διαφωτισμού, στο οποίο εν συνεχεία θα συμπεριληφθεί ένα ευρύτατο φάσμα της παγκόσμιας δραματουργίας. Πρώτος ο Denis Diderot [Ντενί Ντιντερό] άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη του αστικού δράματος, είδος που σκιαγραφεί την καθημερινή ζωή της αστικής τάξης και την ηθική της διάσταση, τις ιδέες, τις αρετές και τα ελαττώματά της. Έκτοτε διάφορα είδη και υποείδη του δράματος, όπως το ιστορικό, το ρομαντικό, το ποιητικό, το δράμα ιδεών κ.ά. συντίθενται κατά κανόνα σε σοβαρό ύφος και πραγματεύονται θέματα που αφορούν τις διανθρώπινες σχέσεις, τις επικρατούσες αξίες καθώς και τις αισθητικές ορίζουσες της κάθε εποχής. Στη σύγχρονη εποχή, εμφανίζονται νέα δραματικά είδη, τα οποία δεν εντάσσονται σε κάποια από τις γνωστές ειδολογικές κατηγορίες, καθώς δεν βασίζονται σε ένα καθορισμένο δραματικό κείμενο, αλλά αξιοποιούν τη δομή και τη μεθοδολογία της περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερης δραματικής σύνθεσης και ενίοτε απευθύνονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, προκειμένου να υπηρετήσουν κοινωνικούς κυρίως σκοπούς (όπως είναι το εκπαιδευτικό δράμα, το ψυχόδραμα, το θεραπευτικό δράμα κ.ά.)
Καθώς δεν υπάρχει αύταρκες δημιούργημα, πέραν των ορίων ενός δεδομένου κοινωνικο-πολιτισμικού περιβάλλοντος, και καμία σταθερή και αμετάκλητη κατηγοριοποίηση των ειδών δεν είναι εφικτή, η διαφοροποίηση μεταξύ των δραματικών ειδών είναι σε άλλες περιόδους ευδιάκριτη και σε άλλες συγκεχυμένη, καθώς οι θεατρικοί συγγραφείς δεν συμμορφώνονται πάντα με ή παραβιάζουν εσκεμμένα τους κανόνες της κυρίαρχης κατηγοριοποίησης. Η ειδολογική ταυτότητα ενός θεατρικού έργου δοκιμάζεται επιπρόσθετα και συχνά ανατρέπεται, ειδικά στη νεότερη εποχή, κατά τη σκηνική υλοποίησή του: Στην περίπτωση που το κείμενο της παράστασης στηρίζεται σε ένα προϋπάρχον γραπτό κείμενο, η σχέση τους είναι ασταθής και απρόβλεπτη, καθώς υπόκειται στις σύνθετες διαδικασίες της θεατρικής σημείωσης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο/η θεατρικός συγγραφέας προσφέρει ένα «πρώτο κείμενο» (το γραπτό, δραματικό κείμενο) προκειμένου ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια και ο/η ηθοποιός να δημιουργήσουν ένα «δεύτερο κείμενο» (το σκηνικό κείμενο ή κείμενο της παράστασης), που σχετίζεται με το πρώτο, αλλά μπορεί να διαφέρει κατά πολύ ή εντελώς ως προς το αρχικό είδος αναφοράς.