Thymele Logo
Search

δραματικά είδη [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 3
Videos Icon 1
[1]

Ορισμός

Ως δραματικά είδη ορίζονται οι διαφορετικές κατηγορίες δράματος (του γραπτού κειμένου που προορίζεται για παράσταση) οι οποίες αναπτύχθηκαν από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και προσδιορίζονται με βάση συγκεκριμένες μορφολογικές, δομικές, γλωσσικές, θεματικές, υφολογικές συμβάσεις, που ισχύουν σε συγκεκριμένα ιστορικά, αισθητικά και ιδεολογικά πλαίσια.

Ανάπτυξη

Ο Αριστοτέλης [Aristotle] στο σύγγραμμα Περί Ποιητικής (περ. 335-323 π.Χ.), μελετώντας την ήδη επί αιώνες προϋπάρχουσα «ποιητική τέχνη», διέκρινε καταρχάς το «είδος» του θεάτρου από την επική και τη λυρική ποίηση, μια τριχοτόμηση που είχε ήδη εισαχθεί και πιθανώς καθιερωθεί από τον Πλάτωνα [Plato] στην Πολιτεία. Στο πλαίσιο του ευρύτερου αυτού «είδους», δηλαδή του θεάτρου, ο Αριστοτέλης μελέτησε και ανέλυσε τα επιμέρους δραματικά είδη της αρχαιότητας ως προς την καταγωγή και την εξέλιξή τους και ως προς τα δομικά τους χαρακτηριστικά, συγκροτώντας κανονιστικές αρχές της δραματικής σύνθεσης, οι οποίες για πολλούς αιώνες αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την αντίληψη και την αισθητική του δράματος.


Η διάκριση μεταξύ των δραματικών ειδών χρονολογείται, έτσι, ήδη από το θέατρο της ελληνικής αρχαιότητας, με την τραγωδία και την κωμωδία να απέχουν τόσο σε επίπεδο δομής, θεματολογίας και ύφους (σοβαρού ή εύθυμου), όσο και σε θεσμικό-καλλιτεχνικό επίπεδο, δεδομένου ότι γράφονταν από εξειδικευμένους είτε στην τραγωδία είτε στην κωμωδία δραματικούς ποιητές, παίζονταν αντίστοιχα από εξειδικευμένους είτε στην τραγωδία είτε στην κωμωδία υποκριτές και βραβεύονταν σε διακριτά διαγωνιστικά πλαίσια. Το σατυρικό δράμα αποτελεί πιο σύνθετη περίπτωση, καθώς ναι μεν είναι δυνάμει κωμικό ως προς την υπόθεση, τη σκηνική-παραστατική όψη, το γλωσσικό ύφος, ωστόσο, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την τραγωδία.


Παρά το γεγονός ότι τα τρία αυτά θεμελιακά δραματικά είδη προέκυψαν από κοινά ή συναφή πολιτισμικά συμφραζόμενα, στην πλήρως εξελιγμένη τους μορφή τον 5ο αι. π.Χ. το καθένα είχε μια ξεχωριστή ταυτότητα. Από την άλλη μεριά, αν και τα ειδοποιά χαρακτηριστικά ήταν σαφή, τα όρια μεταξύ των δραματικών ειδών φαίνεται ότι παρέμεναν ως έναν βαθμό ρευστά, καθώς μεταξύ των σωζόμενων αρχαίων δραμάτων συγκαταλέγονται ορισμένα τα οποία εμπεριέχουν στοιχεία που συνδέονται με περισσότερες της μίας κατηγορίες και των οποίων η αναμφίλεκτη ειδολογική κατάταξη καθίσταται δυσχερής. Σε κάθε περίπτωση, το τριφυές ειδολογικό σχήμα του Αριστοτέλη επανήλθε στα χρόνια της Αναγέννησης, οπότε και παρέμειναν η τραγωδία [tragedia] και η κωμωδία [commedia] με σαφώς διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά, ενώ τη θέση του σατυρικού δράματος κατέλαβε το ποιμενικό δράμα [dramma ή commedia pastorale].


Η προαναφερθείσα παγιωμένη ειδολογική διάκριση θα αμφισβητηθεί εμπράκτως από τρεις μεγίστους δραματουργούς του Μπαρόκ. Ο William Shakespeare [Ουίλλιαμ Σαίξπηρ] συγχωνεύει τα είδη και τα ύφη στη δραματουργία του, εντάσσοντας κωμικές σκηνές και φαιδρούς χαρακτήρες σε ορισμένες από τις πιο σκοτεινές του τραγωδίες, όπως ο Άμλετ [Hamlet] και ο Βασιλεύς Ληρ [King Lear]. Στη συνέχεια, ο Pierre Corneille [Πιέρ Κορνέιγ / Πέτρος Κορνήλιος] αίρει τα στεγανά της «κεκαθαρμένης» κλασικιστικής τραγωδίας, όπως τα είχαν ορίσει ο Jean de la Taille [Ζαν ντε λα Τάιγ], ο Hippolyte Jules Pilet de La Mesnardière [Ιππολίτ Ζυλ Πιλέτ ντε Λα Μεναρντιέρ] και ο Nicolás Boileau-Despréaux [Νικολά Μπουαλώ-Ντεσπρεώ], αντιπροτείνοντας τον Σιντ [Le Cid], μία τραγωδία με αίσιον τέλος που αψηφά αυστηρές αρχές, όπως οι αριστοτελικές ενότητες, η ευπρέπεια και η αληθοφάνεια. Στην ίδια χρονική και πολιτισμική συγκυρία, ο Molière [Μολιέρος] συγγράφει ζοφερές κωμωδίες χαρακτήρων και πλάθει δραματικούς ήρωες αντλώντας από την τραγωδία τις πρώτες του ύλες.


Παρά το γεγονός ότι τα πρότυπα του κλασικιστικού δράματος σταδιακά αποδομήθηκαν με τις δημιουργικές παρεμβάσεις των παραπάνω δραματουργών, στην ιστορία και την εξέλιξη του θεάτρου ως βασικά δραματικά είδη παρέμειναν η τραγωδία, η κωμωδία και μία πλούσια παράδοση ενδιάμεσων ειδών, τα οποία συνήθως χαρακτηρίζονται με τον προσδιορισμό «δράμα». Τα τρία αυτά είδη διαιρούνται σε περαιτέρω υποείδη, όπως η τραγικωμωδία (και οι σχετικές ιλαροτραγωδία και κωμικοτραγωδία), η φάρσα, το ποιμενικό δράμα, η σάτιρα και πολλά άλλα, σε σύνδεση με τα εκάστοτε ιστορικά και γεωγραφικά συμφραζόμενα. Το τρίτο είδος, το δράμα, καλύπτει την εκτενή ενδιάμεση περιοχή μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας. Ο όρος αρχικά αναφερόταν στο εν γένει ποιητικό έργο που αποδίδεται στη σκηνή, ερμηνεία που διατηρήθηκε για αρκετούς αιώνες μέχρι και σήμερα. Ωστόσο, από τον 18ο αι., ο ίδιος όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει ένα νέο είδος στη δραματουργία του Διαφωτισμού, στο οποίο εν συνεχεία θα συμπεριληφθεί ένα ευρύτατο φάσμα της παγκόσμιας δραματουργίας. Πρώτος ο Denis Diderot [Ντενί Ντιντερό] άνοιξε τον δρόμο για την ανάπτυξη του αστικού δράματος, είδος που σκιαγραφεί την καθημερινή ζωή της αστικής τάξης και την ηθική της διάσταση, τις ιδέες, τις αρετές και τα ελαττώματά της. Έκτοτε διάφορα είδη και υποείδη του δράματος, όπως το ιστορικό, το ρομαντικό, το ποιητικό, το δράμα ιδεών κ.ά. συντίθενται κατά κανόνα σε σοβαρό ύφος και πραγματεύονται θέματα που αφορούν τις διανθρώπινες σχέσεις, τις επικρατούσες αξίες καθώς και τις αισθητικές ορίζουσες της κάθε εποχής. Στη σύγχρονη εποχή, εμφανίζονται νέα δραματικά είδη, τα οποία δεν εντάσσονται σε κάποια από τις γνωστές ειδολογικές κατηγορίες, καθώς δεν βασίζονται σε ένα καθορισμένο δραματικό κείμενο, αλλά αξιοποιούν τη δομή και τη μεθοδολογία της περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερης δραματικής σύνθεσης και ενίοτε απευθύνονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, προκειμένου να υπηρετήσουν κοινωνικούς κυρίως σκοπούς (όπως είναι το εκπαιδευτικό δράμα, το ψυχόδραμα, το θεραπευτικό δράμα κ.ά.)


Καθώς δεν υπάρχει αύταρκες δημιούργημα, πέραν των ορίων ενός δεδομένου κοινωνικο-πολιτισμικού περιβάλλοντος, και καμία σταθερή και αμετάκλητη κατηγοριοποίηση των ειδών δεν είναι εφικτή, η διαφοροποίηση μεταξύ των δραματικών ειδών είναι σε άλλες περιόδους ευδιάκριτη και σε άλλες συγκεχυμένη, καθώς οι θεατρικοί συγγραφείς δεν συμμορφώνονται πάντα με ή παραβιάζουν εσκεμμένα τους κανόνες της κυρίαρχης κατηγοριοποίησης. Η ειδολογική ταυτότητα ενός θεατρικού έργου δοκιμάζεται επιπρόσθετα και συχνά ανατρέπεται, ειδικά στη νεότερη εποχή, κατά τη σκηνική υλοποίησή του: Στην περίπτωση που το κείμενο της παράστασης στηρίζεται σε ένα προϋπάρχον γραπτό κείμενο, η σχέση τους είναι ασταθής και απρόβλεπτη, καθώς υπόκειται στις σύνθετες διαδικασίες της θεατρικής σημείωσης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο/η θεατρικός συγγραφέας προσφέρει ένα «πρώτο κείμενο» (το γραπτό, δραματικό κείμενο) προκειμένου ο σκηνοθέτης / η σκηνοθέτρια και ο/η ηθοποιός να δημιουργήσουν ένα «δεύτερο κείμενο» (το σκηνικό κείμενο ή κείμενο της παράστασης), που σχετίζεται με το πρώτο, αλλά μπορεί να διαφέρει κατά πολύ ή εντελώς ως προς το αρχικό είδος αναφοράς.

Αγγλικά
dramatic genres, types of drama
Γαλλικά
genres dramatiques, les
Γερμανικά
dramatischen Genres, die
Ιταλικά
generi drammatici, i

Συνώνυμα

θεατρικά είδη

Σχετικοί όροι

δράμα, θεατρικό έργο, δραματικό κείμενο, τραγωδία, κωμωδία, αστικό δράμα, θρησκευτικό δράμα, ιλαροτραγωδία, πατριωτικό δράμα, ποιμενικό δράμα

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Το είδος –και για τον αναγνώστη/θεατή, η επιλογή ανάγνωσης του κειμένου, σύμφωνα με τους κανόνες αυτού ή εκείνου του είδους– δίνει αμέσως μια ένδειξη για την αναπαριστώμενη πραγματικότητα, παρέχει έναν κώδικα ανάγνωσης, εγγράφει μια σύμβαση ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη του. Ανιχνεύοντας το είδος του κειμένου, ο αναγνώστης έχει στο νου του έναν ορισμένο αριθμό αναμονών, απαραίτητων μορφών που κωδικοποιούν κι απλοποιούν το πραγματικό, βοηθούν το συγγραφέα να μην ανακεφαλαιώνει τους υποτιθέμενους γνωστούς σε όλους κανόνες του παιχνιδιού και του είδους, του επιτρέπουν να ικανοποιήσει, αλλά επίσης να υπερβεί, αυτές τις προσδοκίες, διαφοροποιώντας το κείμενό του από το κανονιστικό πρότυπο».

Απόσπασμα από το λεξικό του Patrice Pavis (2006). Λεξικό του Θεάτρου (Α. Στρουμπούλη, μτφ.). Αθήνα: Gutenberg,, 126-127.

Pavis, P. (2006). Λεξικό του Θεάτρου (Α. Στρουμπούλη, μτφ.). Αθήνα: Gutenberg.

Quote Icon

«O Tzvetan Todorov, σε ένα διάσημο άρθρο του για τα λογοτεχνικά είδη στο Dictionnaire Encyclopédique des sciences du langage (1972), ισχυρίστηκε εμφατικά πως κανένα είδος δεν υπάρχει απομονωμένο: προσδιορίζεται πάντα σε σχέση με ένα σύμπλεγμα γειτνιαζουσών μορφών και βρίσκεται σε μια σχέση δυναμικής έντασης μαζί τους. Οι μορφές αυτές, μάλιστα, δεν υφίστανται a priori, αλλά αναδύονται ιστορικά· ούτε φτάνουν ποτέ σε μια σταθερή ή τελική κατάσταση, σε αυτό που ο Αριστοτέλης ονόμαζε τέλος, κατά την οποία παύουν πλέον να υπόκεινται σε περαιτέρω εξέλιξη. Η αλήθεια είναι πως κάθε νέα σύνθεση εντός του εκάστοτε είδους παράγει και μια τροποποίησή του, με αποτέλεσμα το είδος να υπόκειται μονίμως σε αλλαγή και παραμόρφωση, μέχρι που, σε κάποιο σημείο, χάνει την ταυτότητά του και καταλήγει να αποτελεί μια νέα μορφή – διαδικασία που επηρεάζεται, εκ των πραγμάτων, από αντίστοιχες εξελίξεις στα όμορα είδη, σε σχέση με τα οποία διαρθρώνεται».

Το απόσπασμα αναφέρεται σε άρθρο του Tzvetan Todorov [Τζβετάν Τοντόροφ] στο οποίο αμφισβητεί την ακαμψία των κατηγοριών των δραματικών ειδών. Ο Todorov υποστηρίζει ότι τα είδη δεν είναι σταθερές, προκαθορισμένες κατηγορίες, αλλά ιστορικά κατασκευάσματα που εξελίσσονται συνεχώς μέσω της διαλογικής σχέσης τους με άλλες μορφές, καθιστώντας αδύνατη την οριστική ταξινόμησή τους και υπογραμμίζοντας τη ρευστότητα των ορίων μεταξύ των δραματικών ειδών.

Konstan, D. (2022). «Ορίζοντας το είδος». Στο M. Revermann (επιμ.). Οδηγός Μελέτης για την Αρχαία Ελληνική Κωμωδία (Αγγελίδου, Μ., Αγγελίδης, Α. & Γουναροπούλου, Α. Επιμ. ελλ. έκδ. – Ζωγράφου, Α, Αποστολάκης, Κ., Παπαχρυσοστόμου, Α., Τσομής, Γ. & Χρονόπουλος, Σ., Μετ.) (σσ. 61-84). Αθήνα: Gutenberg: 64-65

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η τραγωδία Χοηφόροι από τη τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου [Aeschylus], πρόγραμμα «Θέατρο από το…

Το δράμα Έντα Γκάμπλερ του Henrik Ibsen [Χένρικ Ίψεν / Ερρίκος Ίψεν] σε σκηνοθεσία της

Απόσπασμα από την παράσταση των Επιτρεπόντων του Μενάνδρου [Menander] (Νέα Κωμωδία) από το

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Στιγμιότυπο από την παράσταση της κωμωδίας του Κρητικού θεάτρου Φορτουνάτος του Μάρκου Αντωνίου Φωσκόλου,…

βασική

Dawson, S.W. (1986). Δράμα και δραματικό στοιχείο (Ράλλη, Ι. & Χατζηδήμου, Κ., Μετ.). Αθήνα: Ερμής.

Genette, G. (1979). Introduction ὰ l’architexte. Pari: Seuil.

Genette, G. (1982). Palimpsestes: La littérature au second degré. Paris: Seuil. 1982. Στα ελληνικά: Ζ. Ζενέτ (2018). Παλίμψηστα. Η λογοτεχνία δευτέρου βαθμού (Στεφανοπούλου, Μ. & Τσιριμώκου, Λ. Επιμ. - Πατσογιάννης, Β. Μετ.). Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Leach, R. (2008). Theatre Studies: The Basics, London: Routledge.

Pfister, M. (1988). The Theory and Analysis of Drama (Halliday, J. Τrans. from the German). Cambridge: Cambridge University Press.

Touchard, P.A. (1991). Διόνυσος. Απολογία υπέρ του θεάτρου (Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου, Χ., Μετ.). Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Ryngaert, J.-P. (2000). Introduction à l’analyse du théâtre. Paris: Nathan.

Γραμματάς, Θ. (2012). Εισαγωγή στην ιστορία και τη θεωρία του θεάτρου. Αθήνα: Εξάντας.

Μπακονικόλα, Χ. (1998). Η τέχνη του θεάτρου. Αθήνα: Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς & Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πούχνερ, Β. (2003). Από τη θεωρία του θεάτρου στις θεωρίες του θεατρικού. Αθήνα: Πατάκης.

συμπληρωματική

Brockett, O. G. & Hildy, Fr. J. (2014). History of the Theatre. London: Pearson.

Frye, N. (1951). “A Conspectus of Dramatic Genres.” The Kenyon Review 13, no. 4, 543-562.

Konstan, D. (2014), «Defining the Genre», Μ. Revermann (Εd.) (2014), Cambridge Companion to Greek Comedy, Cambridge, 27-42. Στα ελληνικά: «Ορίζοντας το είδος». Στο M. Revermann (Eπιμ.) (2022). Οδηγός Μελέτης για την Αρχαία Ελληνική Κωμωδία (Αγγελίδου, Μ., Αγγελίδης, Α. & Γουναροπούλου, Α. Επιμ. ελλ. έκδ. – Ζωγράφου, Α, Αποστολάκης, Κ., Παπαχρυσοστόμου, Α., Τσομής, Γ. & Χρονόπουλος, Σ. Μετ.) (σσ. 61-84). Αθήνα: Gutenberg.

Jauss, H. R. (1995). Η θεωρία της πρόσληψης. Τρία μελετήματα (εισαγωγή, μετάφραση, επίμετρο: Μ. Πεχλιβάνος). Αθήνα:Βιβλιοπωλείον της Εστίας Αθήνα.

Pavis, P. (2019). Dictionnaire du Théâtre. Malakoff: Armand Colin.

Schmid, H., & Král, H. (1991). Drama und Theater: Theorie, Methode, Geschichte. München: O. Sagner.

Trapido, J. (1985). An International Dictionary of Theatre Language. London: Greenwood Press.

Γώγος, Σ. & Πετράκου, Κ. (2012). Λεξικό του Αρχαίου Θεάτρου. Όροι – Έννοιες – Πρόσωπα. Αθήνα: Μίλητος.

Ταμπάκη, Ά., Σπυριδοπούλου, Μ., & Αλτουβά, Α. (2015). Ιστορία και Δραματολογία Ευρωπαϊκού Θεάτρου [Προπτυχιακό εγχειρίδιο]. Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. DOI: dx.doi.org...

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). δραματικά είδη. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/δραματικά είδη

Chicago

"δραματικά είδη." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/δραματικά είδη.

1741